Ο αγώνας για την ηγεμονία στη Μέση Ανατολή


Του Θέμη Τζήμα 

Η πλέον πρόσφατη όξυνση των σχέσεων Ιράν – Σαουδικής Αραβίας αποτελεί ένα ιδιαίτερης σημασίας επεισόδιο στην προσπάθεια ηγεμόνευσης στη Μέση Ανατολή. Οι ρίζες και η πιθανή εξέλιξη της αντιπαράθεσης δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο ή κυρίως στη βάση της θρησκευτικής διαίρεσης του μουσουλμανικού κόσμου μεταξύ σιιτών και σουνιτών.

Η διαίρεση αυτή, παρότι υπαρκτή, δεν είναι παρά τμήμα –και μάλιστα όχι το σημαντικότερο- μίας ευρύτερης σύγκρουσης. Η διαίρεση μεταξύ του (πλειοψηφικού) σουνιτικού και του (μειοψηφικού) σιιτικού Ισλάμ, ανατρέχει στη διαδοχή του προφήτη Μωάμεθ κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα και είχε ως νικητές αυτούς οι οποίοι στην πορεία θα αποκαλούνταν σουνίτες (οπαδοί της «Σούνα»), έναντι όσων θα αποκαλούνταν σιίτες («οπαδοί του Αλί»). 
Παρά τη διαίρεση και τις επακόλουθες διαφοροποιήσεις, η σύγκρουση σουνιτών – σιιτών κάθε άλλο παρά διαρκής είναι. Άλλωστε, αφενός μοιράζονται κοινές αρχές σε ό,τι αφορά την πίστη τους, αφετέρου έζησαν για αιώνες ειρηνικά, μαζί και με σειρά ακόμη διαφορετικών δογμάτων εντός του Ισλάμ, παρότι εμφανίζονται ιστορικά και συνθήκες καταπίεσης ή διώξεων, χωρίς, ωστόσο, αυτές να αποτελούν την κατεξοχήν συνθήκη του ισλαμικού κόσμου.

Η αντίθεση μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας, έχοντας εν πολλοίς στη ρίζα της την κατάκτηση της ηγεμονίας στον χώρο της Μέσης Ανατολής και του ισλαμικού κόσμου, κλιμακώθηκε μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν. Το επαναστατικό καθεστώς της Τεχεράνης, που οικοδομήθηκε στη βάση μιάς αρχικά κοινωνικο-απελευθερωτικής επανάστασης, με ισχυρή παρουσία της Αριστεράς, η οποία στην πορεία καταπνίγηκε βεβαίως, από τη μία αποτέλεσε εναλλακτικό σημείο αναφοράς ως μοντέλο διοίκησης από πλευράς του ριζοσπαστικού πολιτικού Ισλάμ και από την άλλη αμφισβήτησε τον διακανονισμό συμφερόντων που είχαν πετύχει οι ΗΠΑ στην περιοχή. Το ουαχαμπιτικό, δηλαδή, φονταμενταλιστικό στην ιδεολογία και σκοταδιστικό Βασίλειο των Σαούντ συγκρότησε μία σειρά συμμαχιών υπό την επίνευση των ΗΠΑ προκειμένου να καταπνίξει την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, με αιχμή του δόρατος τον –τότε αγαπημένο των Αμερικανών- Σαντάμ Χουσεΐν.

Αμερικανικός δάκτυλος

Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι μετά την τότε κλιμάκωση, την οποία ακολούθησαν δεκαετίες ελεγχόμενα κακών σχέσεων, ήταν άμμεσα και πάλι οι ΗΠΑ που έριξαν λάδι στη φωτιά της αντίθεση Ιράν – Σαουδικής Αραβίας. 
Η εκστρατεία αλλαγής συνόρων και καθεστώτων, που ξεκίνησε επί Μπους του νεότερου με την ανατροπή του Σαντάμ στο Ιράκ και συνεχίζεται με την επιχείρηση ανατροπής Άσαντ στη Συρία, ενίσχυσε το Ιράν σε όλη την περιοχή τόσο δια του σιιτικού στοιχείου στο Ιράκ και αλλού, όσο και δια της ενδυνάμωσης των συμμαχιών του, μέσα από τις οποίες αναδείχθηκε σε αξιόπιστη δύναμη σταθερότητας και πλέον μάχης εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, και του εξτρεμιστικού Ισλάμ.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν και ο πόλεμος στην Υεμένη, όξυναν ακόμα περισσότερο την ανησυχία της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στην περιφερειακή ενίσχυση του Ιράν αλλά και ως προς την επάνοδό του στη διεθνή σκηνή, που μπορεί να σημάνει, μεταξύ άλλων, και άρση των κυρώσεων. Ανησυχίες που μετατρέπονται σε πραγματική αγωνία για δύο ακόμα λόγους: Ο οίκος των Σαούντ έχει να αντιμετωπίσει μία επερχόμενη πιθανή δημοσιονομική και οικονομική κρίση αλλά και την κατεξοχήν απειλή εναντίον του, που προέρχεται από οργανώσεις τύπου Αλ Κάιντα και ISIS, δηλαδή από ένα εξίσου ή και περισσότερο φονταμενταλιστικό, σουνιτικό Ισλάμ, το οποίο επιπλέον όμως, και σε αντίθεση με το σαουδαραβικό καθεστώς, επενδύει στον αντιαμερικανισμό.

Η όξυνση με το Ιράν, λοιπόν, από τη μία αποτελεί προσπάθεια ανάσχεσης του τελευταίου ακόμα και δια της βίας, όπως και απόπειρα να επιβληθεί η ατζέντα της Σαουδικής Αραβίας στην περιοχή ως ατζέντα και των ΗΠΑ. Από την άλλη, σηματοδοτεί την αυξανόμενη και πολύπλευρη εσωτερική πίεση που δέχεται το σαουδαραβικό καθεστώς.

Κυρίως όμως η σύγκρουση των δύο δυνάμεων εντάσσεται σε μία συνολικότερη σύγκρουση, που εντέλει κλιμακώνεται σε μία αντίθεση μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και των συμμάχων τους από τη μία κι ενός άξονα Μόσχας – Δαμασκού – Τεχεράνης – Βαγδάτης – Χεζμπολάχ από την άλλη, με ζητούμενο τη στάση της Κίνας. 
Παρότι οι επιμέρους εστίες σύγκρουσης είναι σημαντικότατες –και, μάλιστα, μπορούν ενίοτε να παρασύρουν τους «μεγαλύτερους» παίκτες σε απρόβλεπτες επιλογές-, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι τα γεγονότα που παρακολουθούμε δεν είναι παρά ένα επεισόδιο στο πλαίσιο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, στο πεδίο του επανασχεδιασμού του περιφερειακού αλλά εντέλει και του παγκόσμιου χάρτη, σε ό,τι αφορά τόσο στα σύνορα όσο και στα καθεστώτα.

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 322
ΠΗΓΗ2

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Σχόλια